Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009
Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009
Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009
Σουβλατζίδικο "Ο Σχεδόν Αρχιτέκτων"
Αναμφισβήτητα φτιάχνει το καλύτερο σουβλάκι στην πόλη. Οι πίτες του είναι χειροποίητες με το ιδεατό πάχος και καλοψημένες, το κρέας του -κεμπάμπ αποκλειστικά- έρχεται από την πανάκριβη και συνεργαζόμενη με τα πλέον γκουρμέ εστιατόρια, κυκλαδίτικη επιχείρηση, τα μυρωδικά του ευδιάκριτα και φρέσκα, οι πατάτες του αληθινές πατάτες από το αγρόκτημα του παππού στην Κόρινθο, το λάδι επίσης, οι ντομάτες από το ορεινό Ρέθυμνο...και το τζατζίκι ποίημα. Η ουρά έξω απ΄το μικροσκοπικό μαγαζί του είναι σταθερή και τέλεια σχηματισμένη κάθε μεσημέρι μέχρι τη δύση του ηλίου ενώ το όνομα του μαγαζιού-που αναγράφεται με στρογγυλοποιημένα κεφαλαία στις ασπρόμαυρες καρώ χαρτοπετσέτες αποτελεί πάντα αντικείμενο μυθοπλασίας και συζήτησης με αγνώστους πεινασμένους πελάτες. Πολλά έχουν ακουστεί για το Σχεδόν Αρχιτέκτονα. Ότι άνοιξε το σουβλατζίδικο μετά από χρόνια φυλακή για φόνο εξ αμελείας σε μια νυχτερινή πολυτεχνειακή διαμάχη υπέρ του μοντέρνου, ότι το σουβλατζίδικο το τρέχει παρτ-τάιμ ενώ τα βράδια τελειώνει-εδώ και χρόνια- τη διπλωματική του με θέμα "Απο-κατάσταση και Επανα-κατ-οίκηση του Πλανητ-η", ότι πραγματοποιεί κατ'ουσίαν τη διπλωματική του ρήαλ τάιμ καταγράφοντας τα χωρικά δίκτυα που σχηματίζονται στην πόλη μέσα από την καθημερινή ανάγκη για σουβλάκι,... και άλλα πολλά...Ένα μεσημέρι μια παρέα από αυθάδεις και χαμογελαστές φοιτήτριες του πρότειναν -τραβώντας ανελέητα φωτογραφίες δεξιά αριστερά και κάνοντας ζουμ στα δάχτυλά του- να τις βοηθήσει σε μια εργασία να επαναδιατυπώσουν το Neufert στο κεφάλαιο που αφορά τις σουβλακερί. Εκείνος τις κοίταξε καλά καλά, γέλασε, τύλιξε τα σουβλάκια τους και τους είπε να τα δοκιμάσουν. Ενώ τα κορίτσια ήταν ακόμα μπουκωμένα, τις ρωτάει-Πώς σας φαίνονται; -Μμμμ...τέλειο, η μία - Φανταστικό, η άλλη- Θεϊκό, πετάγεται η τελευταία!
-Α μπράβο κορίτσια. Λοιπόν βλέπετε ότι πιο εύκολα εντοπίζεται ο Θεός ή οι Θεοί στα πάντα γύρω μας παρά ο αρχιτέκτονας. Κι όταν αυτός ο δύσμοιρος γαλουχείται για χρόνια στο-αρχιτεκτονικό- άσυλο με την βεβαιότητα της "θεικής" του-ενστικτώδους- παντογνωστικής υπεραξίας έρχεται η στιγμή που η αδυναμία του να εμφυσήσει "θεική" πνοή στα οράματα και τις μακέτες του τον στρέφει αναγκαστικά είτε στο μίσος και τον αλληλοσπαραγμό, είτε -πίσω-στο άσυλο, είτε στο στόχο να φτιάξει-τουλάχιστον- ένα θεϊκό σουβλάκι.
Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009
Τα Πάρτυ για την Άνοδο της Περιοχής
Τις νύχτες, μετά το πέρας των δελτίων καιρού της ιδιωτικής τηλεόρασης, οι κάτοικοι των έξι τετραγώνων της Περιοχής φορτώνονται μπύρες, μπιζού και οικολογικά γουναρικά και κλειδώνουν πίσω τους διαμερίσματα και πόρτες πολυκατοικίας. Κρατώντας πτυσσόμενα τραπεζάκια και σκαμνάκια προχωράνε βιαστικά προς το κέντρο της πλατείας σχηματίζοντας ένα πολύβουο μελίσσι που, μέσα σε ενθουσιώδεις χαιρετούρες και ενδοοικογενειακές γκρίνιες-πολλοί σύζυγοι τρέχουν βλαστημώντας πίσω να κλείσουν το θερμοσίφωνα- οργανώνεται σε ένα αυτοσχέδιο γαμοτράπεζο. Αφού ολοκληρωθούν οι αλλαγές θέσεων της τελευταίας στιγμής, που δεν εξυπηρετούν παρά την αναγκαία τυχαιότητα των υποτραπέζιων περιπτύξεων,ο υπερήλικας κάτοικος - ο τυλιγμένος με κουβέρτες- ξεροβήχει και η σύναξις το βουλώνει.Τα βλέμματα στρέφονται προς το Νότο, μερικές καρέκλες γυρνάνε με θόρυβο προς τα εκεί.-Άντε ρε παιδιά, νυχτώσαμε-ακούγεται από πίσω.-Σσσσ σστ ντροπή...Ο υπερήλικας σηκώνει ένα τρεμάμενο δάχτυλο και αφού καθαρίσει για κάποια αηδιαστικά δευτερόλεπτα το λαιμό του ψιθυρίζει...-Να αποκαλυφθεί...η Άνοδος της Περιοχής. Πριν προλάβει να τελειώσει, ο καφετζής και ο κουρέας που η μοίρα τους έχει δέσει μέσω του κοινού ονείρου τους να ανοίξουνε τζελατερία, έχουν ήδη τρέξει στο κάτω μέρος της πλατείας και γραπώσει τις άκρες των 2 τεράστιων πανιών που κρεμάμενα τα τελευταία χρόνια-θέλουν να - θυμίζουν την Κουρτίνα Γίγας η οποία σκέπάζε, με απόφαση της πολιτείας από τη φάση των μπετών , τα νεόδμητα και νεοαποκατεστηθέντα κτίρια της Αλλαγής -.
Τις πρώτες μέρες που ανακοινώθηκε επίσημα από τα μέσα η επικείμενη Άνοδος της περιοχής όπως «...διαφαίνεται από την πνοή που έχουν δώσει τα νέα αρχιτεκτονικά κοσμήματα», οι κάτοικοι ξετρελαμένοι οργάνωσαν το πρώτο παρτυ των αποκαλυπτηρίων. Είχε τα πάντα: Μπύρες, ψησταριά, πλαστικές καρέκλες, «Λό-γο! Λό-γο!» και λάτιν. Η απογοήτευση που ακολούθησε τη διαπίστωση πως η Κουρτίνα Άνοιξε υπό τους ήχους της Σακίρα και ακόμα όλα ήταν ερμητικά κλειστά, μυστήρια και ερημικά... ήταν ανείπωτη. Οδήγησε βιαστικά τους υπομονετικούς γηραιότερους στην θέσπιση ενός επαναληπτικού πάρτυ σε καθημερινή βάση-με ολοένα και λιγότερες μπύρες είναι η αλήθεια- κυρίως επειδή βαριόντουσαν τη μοναξιά τους αλλά και επειδή έτρεμαν τις μετακομίσεις των νεότερων λόγω πλήξης και αηδίας. Ο μύθος γύρω από το μέγεθος και τη μορφή της Ανόδου γρήγορα πήρε επικές διαστάσεις που επισκίαζαν το λάσπωμα και το ξέφτισμα της πολιτειακά παρατημένης –πλέον- Κουρτίνας. Οι κάτοικοι συνέχισαν να την ανοιγοκλείνουν κάθε νύχτα ευλαβικά πιστεύοντας στη δύναμη της έκπληξης, που φέρνει συγκίνηση, ομοψυχία , εθνική υπερηφάνια, ουράνια τόξα κτλ..
-Με το 1, με το 2, με το 3,ακούγεται πολυφωνικά και μετά το επιδέξιο τζους του κουρέα και του καφετζή, το πλήθος κάνει "ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ".
Αυτό γίνεται κάθε βράδυ.Αμέσως μετά το "α", όλοι κοιτάνε καλά καλά μες το σκοτάδι, πολλοί βάζουν τα πολυεστιακά γυαλιά τους, μερικοί μάλιστα αναβοσβήνουνε φακούς ανταλλάσσοντας προσκοπικούς χαιρετισμούς με το άγνωστο, σφίγγονται, αφουγκράζονται, αγκαλιάζονται...αλλά τζίφος. Μετά από 3 λεπτά με το ρολόι, ακούγονται οι πρώτοι αναστεναγμοί, τα πρώτα "εε μα σκατά πια!", σούρνονται οι πρώτες καρέκλες και όταν πια κλέισει θυμωμένα το πρώτο πτυσσόμενο τραπεζάκι αρχίζουν οι πρώτοι σφυριχτοί μονόλογοι της αποχώρησης."Μ'αυτό το Ανέβασμα της Περιοχής κάθε βράδυ έχω χάσει σχεδόν όλα τα τσάμπιονς λιγκ ρε κουκλα μου, πότε θα το δούμε πια να μ'αφήσεις στην ησυχία μου...","Έρχεται η άνοδος, το ξέρω, καλέ το είπανε ξανά στα νέα και χτες και σήμερα το πρωί..."και άλλα τέτοια.
Μέσα στην αναμπουμπούλα, 9 στις 10 ο υπερήλικας ξεχνιέται μόνος του να βήχει ως τις 3 στο κέντρο της πλατείας μέχρι μια ενοχική καπνίστρια γειτόνισα που ξενυχτάει,να τον δεί τυχαία από το μπαλκόνι και να τρέξει να τον μαζέψει.
Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009
Μάικλ Τζάκσον ιζ ντεντ. Πούσι κατ οκέι.
Κάθε ξημερώματα πιάνει δουλειά μαζί με το συνεργείο του δήμου για το κοινό καλό.Φροντίζει για την επιστροφή των κάδων στις ακριβείς τους συντεταγμένες μετά
το ταξίδι προς τη σκουπιδιάρα και σκουπίζει σβέλτα και επιδέξια ο,τι ξέμεινε να θυμίζει την επιχείρηση στην άσφαλτο. Αμέσως μετά καθαρίζει με ένα παλιό
μακό απ έξω τα τζάμια του καφενείου και του κουρείου ενώ τα σαββατοκύριακα σφηνώνει ή κολλάει στους τοίχους και τα παράθυρά τους αφίσες από μακρινές παραλίες και
εξωτικά μέρη που ξεδιαλέγει προσεκτικά από τις κυριακάτικες που βρίσκει πεταμένες στο μπλε κάδο απέναντι, για τον οποίο επίσης είναι αρμόδιος.Όταν
ξεκινάει η κίνηση της εργάσιμης καθημερινής, εξαφανίζεται στο δωματάκι του πάνω από το καφενείο και βγάζει τη φόρμα, βάζει ραδιόφωνο στη διαπασών, το τζιν
του και 8 κιλά κολόνια μπρουτ.Κατεβαίνει μουρμουρίζοντας τις δουλειές της ημέρας που δεν πρέπει να ξεχάσει, καθώς έχει αντιληφθεί πως η διαρκής διατύπωση
και αναδιατύπωση του στόχου είναι η καλύτερη μέθοδος απομνημόνευσής του. Καθώς παρατηρεί από το απέναντι πεζοδρόμιο την πελατεία να μαζεύεται σιγά σιγά
σκάει χαμόγελο και κατευθύνεται προς τον καθένα ξεχωριστά με έτοιμη χειραψία, ενώ συνεχίζει ενθουσιασμένος μια συζήτηση που έχει αφήσει στη μέση. Η
φυσικότητα της προσέγγισής του ξεγελάει στην αρχή και ο κάθε μπάρμπα Μήτσος τον χαζεύει με το στόμα μισάνοιχτο και το χέρι να ζεσταίνει το μπουκάλι της
μπύρας. Μετά από 5 λεπτά ακροάσεως είναι αναπόφευκτο το -τι λέει ρε φίλε αυτός ο κουζουλός;από που είναι; και οι χειρονομίες γίνονται καθησυχαστικές,
κατευναστικές ενώ η προσοχή στρέφεται στη γατοσυμμορία που φαίνεται να τον πλησιάζει ξέροντας κάτι παραπάνω...Συνεχίζοντας την ακατάπαυστη διήγηση στα
γατιά που τον ακούν προσηλωμένα, προχωράει προς την αυλόπορτα που οδηγεί στο δώμα του ενώ αυτά τρέχουν πίσω του.Ταχυδακτυλουργικά εμφανίζει αυτοσχέδιες
κονσέρβες ισότιμα φορτωμένες καλούδια από το σκουπιδοξεκαθάρισμα της προηγούμενης νύχτας. Τα γατιά καταβροχθίζουν τις γεωμετρικά παρατεταγμενες μερίδες στο πεζοδρόμιο ενώ εκείνος διορθώνει τις θέσεις τους και εκδημοκρατίζει το τσιμπούσι τραμπουκίζοντας τους χοντρούς που δίνουν φάπες στους μικρούς, χτυπώντας το πόδι και
φωνάζοντας-οοο πούσυ κατ!-κατά περίπτωση.Τις νύχτες που οι γάτοι αλητεύουν, ξεκινά πρώτος να μαζεύει τα απομεινάρια της μέρας της γειτονιάς μέσα σε μια
σακούλα που τη σέρνει γύρω γύρω στην πλατεία με το βλέμμα καρφωμένο διερευνητικά κάτω.Τα κουλουριασμένα κορμιά που ταλαντεύονται χωρίς να του δίνουν
σημασία τον κάνουν να σαστίζει και εκείνα αντιλαμβάνονται θολωμένα την παρουσία του μόνο όταν τους φορτώνει με αμήχανες αγριοφωνάρες το μαξιλάρι και το
σεντόνι του που έτρεξε να φέρει από το δώμα για να διευθετήσει την κατάσταση...
Τον γνωρίζεις προσωπικά όταν θα κατεβάσεις τα σκουπίδια, θα πεταχτεί από το πουθενά να σου ανοίξει τον κάδο και θα σε εξαναγκάσει σε χειραψία μιλώντας
ακατάπαυστα για κάτι που μάλλον έχει να κάνει με την κατάσταση της γειτονιάς γενικότερα ή τα νέα του γάτου σου ειδικότερα.Για παράδειγμα ένα καλοκαιρινό πρωινό που πέρασε:Aλ ντο κραααν ρομαν ντέι!Ροουζφαγκατ εεε;Μάικλ Τζάκσον ιζ ντεντ.Πούσι κατ οκέι.
Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009
Το κοσάευρο
Ένα υγρό φθινοπωρινό απόγευμα στο Μεταξουργείο, το ύποπτο κακοποιό στοιχείο κάθισε σκυφτό σα βάτραχος να ξαποστάσει και να ψηλαφίσει τα νάυλον σακουλάκια του, τα καλά τυλιγμένα μέσα σε χιλικομμένα αλουμινόχαρτα, στην εσοχή της μονοκατοικίας του πεζοδρόμου.Αριστερά δεξιά και απέναντί του, εισαγωγές, εξαγωγές λι-γιου-τσιν-τσανγκ, χαρτόκουτες που τυλίγονται και πανε κι έρχονται μέσα έξω, καφέ κολλητική ταινία χριτς χρατς και ένα δίκτυο διαδρομών πήγαινε έλα πάνω σε ένα χαλί από ετοιματζίδικα αποτσίγαρα ανακατεμένα με τη μεσημεριανή βροχή. Μετά από λίγα λεπτά προσεκτικής παρατήρησης, χαλαρώνει. Βαριέται για την ακρίβεια, το θέαμα επαναλαμβάνεται χωρίς ενδιαφέρουσες εξελίξεις, και το μπανταρισμένο φορτηγάκι με τις χαρτόκουτες, τον προστατεύει από την καθ'όλα τυπική μπατσική περαντζάδα...Ανασκουμπώνεται και απλώνει την πραμάτεια έτοιμος να λιγουρευτεί, να ξαναμετρήσει και να αφεθεί...Συγκεντρώνεται λοιπόν και με μετρημένες, εξαιρετικά σίγουρες κινήσεις φτιάχνει τη συνταγή του..Η Λιν-τσινγκ-Ζου-Γιαν θέλει να ακουμπήσει το πακέτο της στα σκαλιά που εκείνος έχει αράξει και κατευθύνεται μηχανικά φορτωμένη προς το μέρος του. Όταν αντιλαμβάνεται το κοπροσκύλιασμά του, τον κοιτάει έντονα και μουρμουρίζει ένα κινέζικο κατεβατό κοιτώντας τον με δυσφορία...Εκείνος σηκώνει αργά το βλέμμα και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου εστιάζει στο πρόσωπο της.Μόνο ο γάτος που τον παρατηρεί εδώ και ώρα από τον πρώτο φαίνεται να αντιλαμβάνεται την ένταση της στιγμής γιατί κουλουριάζεται και καρφώνει το βλέμμα κάτω μαζεύοντας αίφνης την ουρά του. Εκείνος βγάζει έναν αργόσυρτο ήχο ρόγχου-επιθανάτιου όπως θα νόμιζε ο αδαής ευαίσθητος περαστικός- και της σκάει τη ροχάλα μες τη μούρη...
Αυτό ήταν.Ορδές Κινέζων ρουχαλάδων εμφανίζονται με την πρώτη κραυγή της Ζου-ζουν-Λι από τα βάθη της οδού, τρία στενά πιο κάτω, παρατάνε τις φορτοεκφορτώσεις επιτόπου-το οποίο συμβαίνει μόνο σε γιορτές προσελήνωσης κινεζικών αροσκαφών ή σε γεννητούρια επί μη κινεζικού εδάφους, και ορμούν να τον λιντσάρουν. Τα ποδοβολητά βγάζουν τη βαβελική γειτονιά στα μπαλκόνια, απ'όπου διακρίνεται ο λευκός του περιθωρίου να τρέχει ΄έντρομος ωσάν να μην είχε κατασταλθεί ποτέ του και το τάγμα των κινέζων διωκτών του που έχει φτάσει τους 40 να τον προλαβαίνει σχεδόν μπροστά από το καφενείο με την εμπροσθοφυλακή να κραδαίνει κοντάρια σφουγγαρίστρας...Εν τέλει τον αρπάζει.Ψύχραιμα κι αυξανόμενα βουρ με τα κοντάρια και τις σφουγγαρίστρες στο ψαχνό και η προσβεβληθείσα Λι-ζου-Νι να γρονθοκοπάει μανιασμένη μεχρι που οι θαμώνες του καφενείου σπεύδουν να τους χωρίσουν.Δυο κρατάνε την αναμαλλιασμένη Κινέζα κι ένας το - ξανά - κουλουριασμένο βατράχι.Ακούγεται ως ντόλμπι σαράουντ ο ψίθυρος "αστυνομία.." και σιγά σιγά οι φορτοεκφορτώσεις με σκριτς σκρατς πακετάρισμα ξαναξεκινάνε ενώ ο δικός μας- ε, πάντα γίνεται "δικός μας" αυτός που τις τρώει πιο πολύ- προπαθεί να σηκωθεί με δυσκολία και τρίβει τα πλευρά του που πρέπει να μελάνιασαν απ'τις κλωτσιές. Μόλις αντιλαμβάνεται τη μπερδεμένη συμπόνοια στα βλέμματα όσων ακόμα τον κοιτάνε από το καφενείο και τα μπαλκόνια αναθαρρεί και αρχίζει την αφήγηση τρεκλίζοντας από το κέντρο της ορχήστρας. Από το πουθενά ρε φίλε...-(στροφή προς το μπαλκόνι του πρώτου)- Με πιάσανε με διαλύσανε ...(Απλώνει τα χέρια προς το καφενείο)-Άρρωστο άνθρωπο..Έλληνα...Πάνω στην κορώνα η παγωμάρα φεύγει και το κοινό ξυπνάει.-Την έφτυσες ρε στ'αλήθεια;...-Μαα μου'πε άντε γαμήσου...ενώ εγώ έψαχνα...τα λεφτά μου-σκύβει στο πορτοφόλι που μόλις έβγαλε από την τσέπη-Τα λεφτά μου ρε παιδιά...Το κοσάευρο..
Και ξαφνικά ξεχνάει την αφήγηση, τους θεατές και τον παρολίγο εξοστρακισμό του,στρέφει το βλέμμα στην πλατεία, περα από το καφενείο προς την οποία και αρχίζει να κατευθύνεται ενώ μονολογεί όλο και δυνατότερα..-Το κοσάευρο, ρε φίλε...Διονύσηηηηη το κοσάευρο...Θα σε βρω ρε μ*λ*κ* Διονύσηηηη...το κοσάευρο ρεεεε...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


